Καθώς η τουριστική περίοδος έφτασε στην κορύφωσή της, η εικόνα στους περισσότερους ελληνικούς προορισμούς παραμένει γνώριμη: γεμάτα καταλύματα, αυξημένες αφίξεις, υψηλές προσδοκίες. Όμως, πίσω από τους αισιόδοξους αριθμούς, ένα χρόνιο πρόβλημα επανέρχεται στο προσκήνιο: Oι ελλείψεις στις υποδομές γίνονται πιο ορατές από ποτέ και απειλούν τον κλάδο του τουρισμού.
Από τα οδικά δίκτυα και τις μονάδες υγείας, έως τη διαχείριση απορριμμάτων, την ηλεκτροδότηση και την ύδρευση, η αδυναμία του κράτους να συμβαδίσει με τους ρυθμούς ανάπτυξης του τουρισμού δημιουργεί καθημερινές δυσκολίες για τις επιχειρήσεις, αλλά και αρνητικές εντυπώσεις στους επισκέπτες.

Το 2024, η χώρα υποδέχθηκε 12,8% περισσότερους ταξιδιώτες σε σχέση με το 2023, ενώ τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 5,4%. Τα φετινά νούμερα δείχνουν ότι κινούμαστε προς νέα αύξηση αφίξεων και εισπράξεων, με ανησυχητικά σημάδια κορεσμού. Το εύλογο ερώτημα είναι: μπορεί η υφιστάμενη υποδομή να υποστηρίξει αυτή την ανάπτυξη;
Η απάντηση δεν είναι απλή. Σε έναν ιδανικό σχεδιασμό, η δημιουργία και αναβάθμιση των υποδομών θα έπρεπε να προηγείται της ζήτησης ή έστω να συμβαδίζει με αυτήν. Στην πράξη όμως, η πολιτεία συχνά δεν καταφέρνει να ακολουθήσει τους ρυθμούς του τουριστικού τομέα, ειδικά όταν πρόκειται για πολυσύνθετα έργα που απαιτούν χρόνο, χρηματοδότηση και πολιτική σύμπνοια.

Προορισμοί παγκόσμιας φήμης, όπως η Σαντορίνη και η Μύκονος, αντιμετωπίζουν όλο και συχνότερα φαινόμενα υπερφόρτωσης. Το ανεπαρκές οδικό δίκτυο, η κακή διαχείριση λυμάτων και οι συχνές διακοπές στην παροχή νερού και ηλεκτρικού ρεύματος γίνονται αντικείμενο δημόσιας κριτικής, πλήττοντας τη φήμη της χώρας.
Το χάσμα ανάμεσα στις τουριστικές ροές και στις δυνατότητες των τοπικών κοινωνιών μεγαλώνει. Και όταν η πολιτεία καθυστερεί, ο ιδιωτικός τομέας καλείται υποχρεωτικά να απορροφήσει τους κραδασμούς. Όσο κι αν υπάρχει βούληση, κεφάλαια και εμπειρία για να θωρακιστούν οι επιχειρήσεις, οι συνέπειες παραμένουν και είναι μετρήσιμες.

Η δύσκολη αποστολή που έχουμε μπροστά μας όσοι ασχολούμαστε με την προστασία και την ανάπτυξη του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, είναι να είμαστε συνεχώς ένα βήμα μπροστά: να προβλέπουμε τις δυσλειτουργίες και να καλύπτουμε τα κενά. Έτσι ο τουρισμός στην Ελλάδα βρήκε λύσεις σε δύσκολες περιόδους, συνεχίζοντας να αναπτύσσεται.
Το κλειδί ήταν και παραμένει η επαγγελματική προσέγγιση: μελέτη και εκτίμηση κινδύνων, πρόβλεψη δυσκολιών και θέσπιση στρατηγικών για την αποφυγή ή την αντιμετώπισή τους. Σαφώς, μια από αυτές οφείλει να είναι και η διεκδίκηση –μέσω θεσμικών οδών– συγκεκριμένων μέτρων που θα μειώσουν, έστω προσωρινά, τον αντίκτυπο σε μια περιοχή ή επιχείρηση.

Ως έμπειρος σύμβουλος σε hospitality projects, με βαθιά γνώση της αγοράς και των κατά τόπους δυσκολιών, στην Upgreat Hospitality επιδιώκουμε να λειτουργούμε ακριβώς σ’ αυτό το πεδίο: εκεί όπου απαιτείται γνώση των τοπικών δεδομένων και ιδιαιτεροτήτων, αλλά και εντοπισμός των σημείων κινδύνου για την επιχείρηση. Γιατί ζητήματα που φαντάζουν «δευτερεύοντα» μπορούν τελικά να επηρεάσουν καθοριστικά τη λειτουργία και την αποδοτικότητα ενός τουριστικού project.

Αν υπάρχει ένα μήνυμα που επανέρχεται διαρκώς από τους επαγγελματίες του τουριστικού κλάδου, είναι η ανάγκη για συντονισμό και πρόληψη. Όχι μόνο από τους επιχειρηματίες – που έχουν αποδείξει την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται – αλλά κυρίως από τους δημόσιους και τοπικούς φορείς.
Η στρατηγική συνεργασία, η διαβούλευση και η ιεράρχηση των αναγκών μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την αναβάθμιση των υποδομών, προς όφελος τόσο των τοπικών κοινωνιών όσο και της εθνικής οικονομίας.
Η πορεία του ελληνικού τουρισμού είναι μαραθώνιος και όχι αγώνας ταχύτητας. Και η επιτυχία μας δεν θα κριθεί μόνο από τους αριθμούς των αφίξεων, αλλά από το αν θα μπορέσουμε να προσφέρουμε σε επισκέπτες και εργαζόμενους μια εμπειρία φιλοξενίας αντάξια των προσδοκιών που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε όλα αυτά τα χρόνια.
Μεσογείων 2-4
Πύργος Αθηνών
Αθήνα 115 27
T. +30 211 4020557
M.+30 693 6502445
E. info@upgreat.gr